annexe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
annexe annexes

annexe (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. που εξαρτάται από ένα κύριο στοιχείο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: additif, complémentaire, secondaire
  2. που είναι επιπρόσθετος, χωρίς σημασία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: mineur

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
annexe annexes

annexe (fr) θηλυκό

  1. βοηθητικό κτήριο ή δωμάτιο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: dépendance, succursale
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: siège
  2. προσκυνητάρι που εξαρτάται από τον κύριο χώρο μιας εκκλησίας
  3. (ναυτικός όρος) βοηθητικό σκάφος
  4. (ανατομία) στοιχείο που εξαρτάται από ένα όργανο
  5. επιπρόσθετα στοιχεία, έγγραφα, ...
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: appendice

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]