παράρτημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : παράτημα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παράρτημα παραρτήματα
γενική παραρτήματος παραρτημάτων
αιτιατική παράρτημα παραρτήματα
κλητική παράρτημα παραρτήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράρτημα < ελληνιστική κοινή παράρτημα < παρά + αρχαία ελληνική ἀρτάω / ἀρτῶ (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική supplément)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ˈɾaɾ.ti.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παράρτημα ουδέτερο

  1. οτιδήποτε συμπληρώνει, επεκτείνει ή προστίθεται σε κάτι που θεωρείται κύριο και βασικό
  2. (ειδικότερα) τμήμα ή υποκατάστημα εταιρείας ή επιχείρησης σε άλλη περιοχή
  3. (ειδικότερα) βιβλίο ή περιοδικό (ενσωματωμένο ή αυτόνομο) που συμπληρώνει με στοιχεία άλλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]