προσαρτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: προσαρτῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσαρτώ < αρχαία ελληνική προσαρτάω / προσαρτῶ < πρός + ἀρτάω / ἀρτῶ < ἀραρίσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂er- (συνδέω, ταιριάζω, τοποθετώ μαζί) (1,2: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική annexer)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔsaɾˈtɔ/
συλλαβισμός: προ‐σαρ‐τώ
παλαιός συλλαβισμός: προσ‐αρ‐τώ

Ρήμα[επεξεργασία]

προσαρτώ (παθητική φωνή: προσαρτώμαι, προσαρτούμαι)

  1. υπάγω ένα κράτος στην κυριαρχία ενός άλλου μονομερώς και χωρίς τη δική του βούληση ή επιδίωξη
  2. υπάγω μια περιοχή (ή κι ένα κράτος) στην κυριαρχία ενός (άλλου) κράτους με αμοιβαία βούληση ή επιδίωξη
  3. (γενικότερα) (λόγιο) συνδέω, συνάπτω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]