προσαρτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: προσαρτῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσαρτώ < αρχαία ελληνική προσαρτάω / προσαρτῶ (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική annexer)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσαρτώ (παθητική φωνή: προσαρτώμαι)

  1. συνάπτω
  2. παίρνω από κάποιον άλλον, κατέχω κάτι (π.χ. εδάφη)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

προσερτιμε τος

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]