προσάρτηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προσάρτηση οι προσαρτήσεις
      γενική της προσάρτησης
& προσαρτήσεως
των προσαρτήσεων
    αιτιατική την προσάρτηση τις προσαρτήσεις
     κλητική προσάρτηση προσαρτήσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσάρτηση < ελληνιστική κοινή προσάρτησις < αρχαία ελληνική προσαρτάω / προσαρτῶ < πρός + ἀρτάω / ἀρτῶ (1,2: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική annexion)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔˈsaɾtisi/
συλλαβισμός: προ‐σάρ‐τη‐ση
παλαιός συλλαβισμός: προσ‐άρ‐τη‐ση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσάρτηση θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]