υποτέλεια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υποτέλεια < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑποτέλεια < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sujétion[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε υποτελ(ής) + -εια[2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.poˈte.li.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐πο‐τέ‐λει‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υποτέλεια θηλυκό
- το να είναι κάποιος υπό την εξουσία άλλου (για χώρα που δεν έχει πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα κτλ.)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υποτέλεια
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ υποτέλεια - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ↑ υποτέλεια - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (καθαρεύουσα)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (καθαρεύουσα)
- Λέξεις με επίθημα -εια (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα υπο- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)