assujettissement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

assujettissement < assujettir

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
assujettissement assujettissements

assujettissement (fr) αρσενικό

  1. η υποδούλωση