repel
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | repel |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | repels |
| αόριστος | repelled |
| παθητική μετοχή | repelled |
| ενεργητική μετοχή | repelling |
repel (en)
- (μεταβατικό, επίσημο) αποκρούω, απωθώ, αντιμετωπίζω με επιτυχία κάποιον που με επιτίθεται (εμένα, τη χώρα μου κτλ.) και τον απωθώ
They were able to repel the attack/invasion/invader.
- Κατάφεραν να αποκρούσουν την επίθεση/εισβολή/τον εισβολέα.
Troops repelled an attempt to infiltrate the south of the island.
- Τα στρατεύματα απέκρουσαν μια απόπειρα να διεισδύσουν στο νότιο τμήμα του νησιού.
The reptile’s prickly skin repels nearly all of its predators.
- Το αγκαθωτό δέρμα του ερπετού απωθεί σχεδόν όλους τους θηρευτές του.