Μετάβαση στο περιεχόμενο

repel

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας repel
γ΄ ενικό ενεστώτα repels
αόριστος repelled
παθητική μετοχή repelled
ενεργητική μετοχή repelling

repel (en)

  1. (μεταβατικό, επίσημο) αποκρούω, απωθώ, αντιμετωπίζω με επιτυχία κάποιον που με επιτίθεται (εμένα, τη χώρα μου κτλ.) και τον απωθώ
    παράδειγμα  They were able to repel the attack/invasion/invader.
    Κατάφεραν να αποκρούσουν την επίθεση/εισβολή/τον εισβολέα.
    παράδειγμα  Troops repelled an attempt to infiltrate the south of the island.
    Τα στρατεύματα απέκρουσαν μια απόπειρα να διεισδύσουν στο νότιο τμήμα του νησιού.
    παράδειγμα  The reptile’s prickly skin repels nearly all of its predators.
    Το αγκαθωτό δέρμα του ερπετού απωθεί σχεδόν όλους τους θηρευτές του.