αποκρουστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποκρουστικός αποκρουστική αποκρουστικό
γενική αποκρουστικού αποκρουστικής αποκρουστικού
αιτιατική αποκρουστικό αποκρουστική αποκρουστικό
κλητική αποκρουστικέ αποκρουστική αποκρουστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποκρουστικοί αποκρουστικές αποκρουστικά
γενική αποκρουστικών αποκρουστικών αποκρουστικών
αιτιατική αποκρουστικούς αποκρουστικές αποκρουστικά
κλητική αποκρουστικοί αποκρουστικές αποκρουστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκρουστικός < αρχαία ελληνική ἀποκρουστικός (ο ικανός να αποκρούσει)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.kɾu.sti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αποκρουστικός

  1. που προκαλεί φρίκη, αποτρόπαιος, ειδεχθής
    αποκρουστική ενέργεια
  2. πολύ άσχημος
    αποκρουστική εικόνα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]