ειδεχθής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εἰδεχθής

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ειδεχθής η ειδεχθής το ειδεχθές
      γενική του ειδεχθούς της ειδεχθούς του ειδεχθούς
    αιτιατική τον ειδεχθή την ειδεχθής το ειδεχθές
     κλητική ειδεχθή(ς) ειδεχθής ειδεχθές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ειδεχθείς οι ειδεχθείς τα ειδεχθή
      γενική των ειδεχθών των ειδεχθών των ειδεχθών
    αιτιατική τους ειδεχθείς τις ειδεχθείς τα ειδεχθή
     κλητική ειδεχθείς ειδεχθείς ειδεχθή
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ειδεχθής < ελληνιστική κοινή εἰδεχθής < αρχαία ελληνική εἶδος + ἔχθος

Επίθετο[επεξεργασία]

ειδεχθής, -ής, -ές

  • που προκαλεί φρίκη και αποτροπιασμό
    ειδεχθές έγκλημα όπως κατά του πολιτεύματος, υποθέσεις τρομοκρατίας, ανθρωποκτονίες, βιασμoύς, κ.λπ.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]