Μετάβαση στο περιεχόμενο

απωθητικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απωθητικός η απωθητική το απωθητικό
      γενική του απωθητικού της απωθητικής του απωθητικού
    αιτιατική τον απωθητικό την απωθητική το απωθητικό
     κλητική απωθητικέ απωθητική απωθητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απωθητικοί οι απωθητικές τα απωθητικά
      γενική των απωθητικών των απωθητικών των απωθητικών
    αιτιατική τους απωθητικούς τις απωθητικές τα απωθητικά
     κλητική απωθητικοί απωθητικές απωθητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απωθητικός < απωθώ + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική répulsif)

Επίθετο

[επεξεργασία]

απωθητικός, -ή, -ό

  1. που προκαλεί απώθηση, που κρατεί κάποιον μακριά
      [] Ο άτιμος ο γαμπρός του, όσο απωθητικός ήταν όταν τον έπιαναν τα διαόλια του, τόσο μαγευτικός γινόταν όταν έπιανε να παίζει ούτι και να τραγουδάει.
    Βασίλης Δανέλλης, Μαύρη μπίρα, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2011, ISBN 9789600353181, @google.gr/books
  2. (μεταφορικά) που προκαλεί αποστροφή
     συνώνυμα: αποκρουστικός
     αντώνυμα: ελκυστικός

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]