repellent
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | repellent |
| συγκριτικός | more repellent |
| υπερθετικός | most repellent |
repellent (en)
- (επίσημο) απωθητικός, αποκρουστικός, πολύ δυσάρεστος
Their political ideas are repellent to most people.
- Οι πολιτικές τους ιδέες είναι απωθητικές’/'αποκρουστικές για τους περισσότερους ανθρώπους.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη unpleasant
- απωθητικός, που απωθεί συγκεκριμένες ουσίες, ειδικά το νερό
insect-repellent - εντομοαπωθητικός
Oil and water are mutually repellent substances.
- Το λάδι και το νερό είναι ουσίες που απωθούν η μία την άλλη.
It is water-repellent cloth.
- Είναι ύφασμα που απωθεί το νερό./Είναι αδιάβροχο ύφασμα.