Μετάβαση στο περιεχόμενο

ελέγχω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐλέγχω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ελέγχω < αρχαία ελληνική ἐλέγχω < αβέβαιης ετυμολογίας· το ρήμα απαντά στην αρχαία αττική διάλεκτο με τη σημασία του εξακριβώνω, εξετάζω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eˈleŋ.xo/

ελέγχω

  1. ασκώ έλεγχο σε κάποιον ή κάτι ως αρμόδια αρχή
      Οι προϊστάμενοι των Τμημάτων διευθύνουν, εποπτεύουν, ελέγχουν και συντονίζουν τις εργασίες του Τμήματος τους και παρέχουν τις αναγκαίες προς τούτο εντολές και οδηγίες στο προσωπικό (Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, Αναδιάρθρωση της ΓΓΠΠ, Αναβάθμιση Εθελοντισμού Πολιτικής Προστασίας, Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος και άλλες διατάξεις, Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων, )
    παράδειγμα  η εφορία ελέγχει τα λογιστικά βιβλία
  2. θέτω υπό έλεγχο ένα φαινόμενο ή μια κατάσταση περιορίζοντας τις διαστάσεις ή τις συνέπειες που έχει στα επιθυμητά ή ανεκτά επίπεδα
    παράδειγμα  οι πυροσβέστες κατάφεραν να ελέγξουν τη φωτιά
  3. πειθαρχώ, συγκρατώ
    παράδειγμα  είναι καλό να ελέγχω τις αντιδράσεις του θυμικού μου
  4. έχω τον έλεγχο μιας μηχανής, ενός οχήματος κλπ, ώστε να το κατευθύνω και να καθορίζω τη λειτουργία του
    παράδειγμα  ο οδηγός του φορτηγού δεν μπόρεσε να ελέγξει το βαρύ όχημα
  5. επιβάλλομαι, κυριαρχώ σε κάτι
    παράδειγμα  νευρική και ανυπότακτη φύση, κανένας δεν την ελέγχει, μόνο ο εαυτός της
  6. έχω την κυριαρχία, καθορίζω τι θα γίνει
    παράδειγμα  οι Αθηναίοι ήλεγχαν τα στενά του Ελλήσποντου
  7. επιπλήττω, αποδοκιμάζω κάποιον
    παράδειγμα  η συνείδησή μου με ελέγχει για ό,τι κάνω
  8. αξιολογώ, κρίνω διασταυρώνοντας
    παράδειγμα  ελέγχει πάντα τις πληροφορίες του

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σημείωση: Χρησιμοποιούνται και οι λόγιοι τύποι ήλεγχα για τον παρατατικό, ήλεγξα για τον αόριστο και ηλεγμένος για την μετοχή παθητικού παρακειμένου.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]