Verhältnis

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Verhältnis die Verhältnisse
γενική des Verhältnisses der Verhältnisse
δοτική dem Verhältnis den Verhältnissen
αιτιατική das Verhältnis die Verhältnisse

Προφορά[επεξεργασία]

Verhältnis 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Verhältnis (de) ουδέτερο

  1. η αναλογία
  2. η σχέση
  3. η θέση