Verhältnisse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

Verhältnisse (de)

  1. ονομαστική, γενική και αιτιατική πληθυντικού του Verhältnis