ηωζωικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ηωζωικός ηωζωική ηωζωικό
γενική ηωζωικού ηωζωικής ηωζωικού
αιτιατική ηωζωικό ηωζωική ηωζωικό
κλητική ηωζωικέ ηωζωική ηωζωικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ηωζωικοί ηωζωικές ηωζωικά
γενική ηωζωικών ηωζωικών ηωζωικών
αιτιατική ηωζωικούς ηωζωικές ηωζωικά
κλητική ηωζωικοί ηωζωικές ηωζωικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηωζωικός < αρχαία ελληνική ηώζωον < ηώς + ζωή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ηωζωικός, -ή, -ό

  1. αυτός που αναφέρεται στην πρώτη περίοδο εμφάνισης ζωής
    ηωζωικός αιώνας


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]