μακροζωία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μακροζωία μακροζωίες
γενική μακροζωίας
αιτιατική μακροζωία μακροζωίες
κλητική μακροζωία μακροζωίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακροζωία < μακρο- + ζωή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.kɾɔ.zɔ.'i.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μακροζωία θηλυκό, χωρίς πληθυντικό

  • Το να φτάνει κανείς σε πολύ μεγάλη ηλικία, να ζει πολλά χρόνια.
Είναι πασίγνωστη η μακροζωία των ορεσίβιων κατοίκων του Καυκάσου.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]