Μετάβαση στο περιεχόμενο

αποζώ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀποζῶ, απόζω, ἀπόζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αποζώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποζῶ / ἀποζάω (αρχαία σημασία: ζω από κάτι) [1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.poˈzo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αποζώ
τονικό παρώνυμο: απόζω

αποζώ, πρτ.: αποζούσα, αόρ.: απόζησα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. ζω
  2. ζω φτωχικά
  3. επιζώ
  4. βρίσκομαι στο τέλος της ζωής μου, έχω ζήσει τη ζωή μου

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αποζώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. αποζώ -  Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας