συζώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συζώ < αρχαία ελληνική συζῶ < σύν +ζῶ
Ρήμα
[επεξεργασία]συζώ
- ζω μαζί, μοιράζομαι την ίδια στέγη με τον άνθρωπο με τον οποίο έχω ερωτική σχέση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συζώ