παράπονο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παράπονο τα παράπονα
      γενική του παραπόνου των παραπόνων
    αιτιατική το παράπονο τα παράπονα
     κλητική παράπονο παράπονα
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράπονο < παρά + πόνος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ˈɾa.pɔ.nɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παράπονο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]