παραπονεμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παραπονεμένος παραπονεμένη παραπονεμένο
γενική παραπονεμένου παραπονεμένης παραπονεμένου
αιτιατική παραπονεμένο παραπονεμένη παραπονεμένο
κλητική παραπονεμένε παραπονεμένη παραπονεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παραπονεμένοι παραπονεμένες παραπονεμένα
γενική παραπονεμένων παραπονεμένων παραπονεμένων
αιτιατική παραπονεμένους παραπονεμένες παραπονεμένα
κλητική παραπονεμένοι παραπονεμένες παραπονεμένα

.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραπονεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παραπονιέμαι και παραπονούμαι

Μετοχή[επεξεργασία]

παραπονεμένος, -η, -ο

  • που έμεινε με το παράπονο, δεν ικανοποιήθηκε μια ανάγκη ή επιθυμία του, που όντως δεν δικαιώθηκε ή που πάντως εκείνος αισθάνεται ότι δεν βρήκε το δίκιο του
  • Ολοι οι συμμαθητές του πήραν δώρα, μα εκείνος έμεινε παραπονεμένος
  • παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας (στοίχοι Μάνου Ελευθερίου)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]