πονώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πονώ < (καθαρεύουσα) πονῶ < αρχαία ελληνική πονέω-πονῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πονώ και πονάω ασυναίρετο

  1. (αμετάβατο) νιώθω πόνο, σωματικό ή ψυχικό
    χτύπησε και πονάει πολύ
    • στο γ' πρόσωπο, για μέλη ή όργανα του σώματος
      πονάει το πόδι μου - νιώθω πόνο στο πόδι
  2. (μεταβατικό) προκαλώ πόνο σωματικό ή ψυχικό σε κάποιον
    με πονάει η αδιαφορία του
  3. (μεταβατικό) νοιάζομαι για κάποιον, συναισθάνομαι / ταυτίζομαι συναισθηματικά με κάποιον / έρχομαι νοερά στην θέση κάποιου
    τον πονάω το φίλο μου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]