βιολογικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική βιολογικός βιολογική βιολογικό
γενική βιολογικού βιολογικής βιολογικού
αιτιατική βιολογικό βιολογική βιολογικό
κλητική βιολογικέ βιολογική βιολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βιολογικοί βιολογικές βιολογικά
γενική βιολογικών βιολογικών βιολογικών
αιτιατική βιολογικούς βιολογικές βιολογικά
κλητική βιολογικοί βιολογικές βιολογικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιολογικός < βιολογία + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βιολογικός

  1. σχετικός με τη βιολογία
  2. που καλλιεργείται χωρίς τη χρήση συνθετικών χημικών (εντομοκτόνων, ζιζανιοκτόνων, κλπ.), την προσθήκη ορμονών, και τη γενετική τροποποίηση


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]