βιολογικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βιολογικός βιολογική βιολογικό
γενική βιολογικού βιολογικής βιολογικού
αιτιατική βιολογικό βιολογική βιολογικό
κλητική βιολογικέ βιολογική βιολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βιολογικοί βιολογικές βιολογικά
γενική βιολογικών βιολογικών βιολογικών
αιτιατική βιολογικούς βιολογικές βιολογικά
κλητική βιολογικοί βιολογικές βιολογικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιολογικός < γαλλική biologique < biolog(ie) (βιολογία βιο-) + -ique (-ικός). Το ελληνιστικό βιολογικός, διαφορετικό

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vi.ɔ.lɔ.ʝiˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βιολογικός

  1. σχετικός με τη βιολογία
  2. που καλλιεργείται χωρίς τη χρήση συνθετικών χημικών (εντομοκτόνων, ζιζανιοκτόνων, κλπ.), την προσθήκη ορμονών, και τη γενετική τροποποίηση
    βιολογική καλλιέργεια

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βιολογικός βιολογική βιολογικόν βιολογικοί βιολογικαί βιολογικά
Γενική βιολογικοῦ βιολογικῆς βιολογικοῦ βιολογικῶν βιολογικῶν βιολογικῶν
Δοτική βιολογικῷ βιολογικῇ βιολογικῷ βιολογικοῖς βιολογικαῖς βιολογικοῖς
Αιτιατική βιολογικόν βιολογικήν βιολογικόν βιολογικούς βιολογικάς βιολογικά
Κλητική βιολογικέ βιολογική βιολογικόν βιολογικοί βιολογικαί βιολογικά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βιολογικώ βιολογικά
Γενική-Δοτική βιολογικοῖν βιολογικαῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιολογικός < βιολόγ(ος) + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βιολογικός (ελληνιστική κοινή)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]