βιολόγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιολόγος βιολόγοι
γενική βιολόγου βιολόγων
αιτιατική βιολόγο βιολόγους
κλητική βιολόγε βιολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιολόγος < γαλλική biologiste < bio- (βιο-) + -logiste (-λόγος). Το ελληνιστικό βιολόγος, διαφορετικό

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vi.ɔˈlɔ.ɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιολόγος αρσενικό ή θηλυκό

  • ο επιστήμονας ο οποίος ασχολείται με τη μελέτη της φύσης και των ζωντανών οργανισμών και εξερευνά τους κανόνες που διέπουν τις λειτουργίες τους
Ο βιολόγος μελετώντας τη φύση αναλύει στο εργαστήριο την οικολογία, τη μορφολογία, την ανατομία και τη φυσιολογία των οργανισμών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βιολόγος βιολόγω βιολόγοι
Γενική βιολόγου βιολόγοιν βιολόγων
Δοτική βιολόγ βιολόγοιν βιολόγοις
Αιτιατική βιολόγον βιολόγω βιολόγους
Κλητική βιολόγε βιολόγω βιολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιολόγος < βιο- + -λόγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιολόγος αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]

  • βιολόγος στο ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.