Μετάβαση στο περιεχόμενο

conveyance

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

conveyance (en)

  1. η μεταφορά από ένα σημείο σε άλλο
  2. ένα μεταφορικό μέσο, ιδίως ένα όχημα
  3. η μεταβίβαση τίτλων ή δικαιωμάτων σε άλλον