shared

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

shared (en)

  1. αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος share


Επίθετο[επεξεργασία]

shared (en)

  1. που τον μοιράζονται πολλοί, κοινός, κοινόχρηστος