akcja

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική akcja akcje
γενική akcji akcji(/akcyj)
δοτική akcji akcjom
αιτιατική akc akcje
οργανική akc akcjami
τοπική akcji akcjach
κλητική akcjo akcje

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

akcja (pl)

  1. (φυσική), (κοινά) η δράση
  2. (οικονομία) μετοχή