ψαρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαρώνω < ψάρι (στρατιωτική αργκό: νέος, νεοσύλλεκτος) + κατάληξη -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψαρώνω

  1. (αργκό, αμετάβατο) τα χάνω, σαστίζω, νιώθω αμήχανος και φοβισμένος, ιδιαίτερα απέναντι σε κάποιον ανώτερο ιεραρχικά ή γενικά ισχυρότερο
    είδε το λοχία και ψάρωσε
  2. (αργκό, μεταβατικό) κάνω κάποιον να σαστίσει, να τα χάσει
    έχει τον τρόπο να ψαρώνει τα νεούδια με ένα βλέμμα
  3. (αργκό, αμετάβατο) την πατάω, πιάνομαι κορόιδο, ξεγελιέμαι
    μου έκανε πλάκα κι εγώ ψάρωσα
  4. (αργκό, μεταβατικό) πιάνω κάποιον κορόιδο, ξεγελώ
    σε ψάρωσε έτσι εύκολα;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]