ψαρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαρώνω < ψάρι (στρατιωτική αργκό: νέος, νεοσύλλεκτος) + κατάληξη -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψαρώνω

  1. (αργκό, αμετάβατο) τα χάνω, σαστίζω, νιώθω αμήχανος και φοβισμένος, ιδιαίτερα απέναντι σε κάποιον ανώτερο ιεραρχικά ή γενικά ισχυρότερο
    είδε το λοχία και ψάρωσε
  2. (αργκό, μεταβατικό) κάνω κάποιον να σαστίσει, να τα χάσει
    έχει τον τρόπο να ψαρώνει τα νεούδια με ένα βλέμμα
  3. (αργκό, αμετάβατο) την πατάω, πιάνομαι κορόιδο, ξεγελιέμαι
    μου έκανε πλάκα κι εγώ ψάρωσα
  4. (αργκό, μεταβατικό) πιάνω κάποιον κορόιδο, ξεγελώ
    σε ψάρωσε έτσι εύκολα;

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]