ψαρόμυαλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ψαρόμυαλος ψαρόμυαλη ψαρόμυαλο
γενική ψαρόμυαλου ψαρόμυαλης ψαρόμυαλου
αιτιατική ψαρόμυαλο ψαρόμυαλη ψαρόμυαλο
κλητική ψαρόμυαλε ψαρόμυαλη ψαρόμυαλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψαρόμυαλοι ψαρόμυαλες ψαρόμυαλα
γενική ψαρόμυαλων ψαρόμυαλων ψαρόμυαλων
αιτιατική ψαρόμυαλους ψαρόμυαλες ψαρόμυαλα
κλητική ψαρόμυαλοι ψαρόμυαλες ψαρόμυαλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαρόμυαλος < ψάρι + μυαλό

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψαρόμυαλος, -η, -ο

  1. ο ανόητος, ο ελαφρόμυαλος, αυτός που έχει κουκούτσι-μυαλό, που ο εγκέφαλός του είναι τόσο μικρός (και εννοιείται ανεπαρκής), όσο ενός ψαριού. (Τα μεγάλα κήτη είναι θηλαστικά και έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο αναλογικά με το σώμα τους συγκριτικά με τα ψάρια.)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]