ωοτόκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωοτόκος <ελληνιστική κοινή ᾠότοκος < ᾠόν + -τόκος (< τίκτω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ωοτόκος, -ος, -ο

  1. που γεννά αβγά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]