ψαρόσουπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψαρόσουπα ψαρόσουπες
γενική ψαρόσουπας (ψαροσουπών)
αιτιατική ψαρόσουπα ψαρόσουπες
κλητική ψαρόσουπα ψαρόσουπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαρόσουπα < ψαρο- + σούπα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /psa.ˈɾɔ.su.pa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψαρόσουπα θηλυκό

  • (γαστρονομία): σούπα που παρασκευάζεται βράζοντας ψάρι με διάφορα λαχανικά και καρυκεύματα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]