σούπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σούπα σούπες
γενική σούπας (σουπών)
αιτιατική σούπα σούπες
κλητική σούπα σούπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σούπα < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική soupe

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsu.pa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένα πιάτο σούπα

σούπα θηλυκό

  1. ρευστό ή παχύρευστο φαγητό που παρασκευάζεται από ζωμό κρέατος, πουλερικού, ψαριού ή λαχανικών που έχουν βράσει. Σερβίρεται σε βαθιά πιάτα και τρώγεται με κουτάλι
  2. (καθομιλουμένη) κάθε τροφή που ρευστοποιείται
    χτύπησε τόσο το γιαούρτι, που έγινε σούπα στο τέλος
  3. (μεταφορικά) καθετί που είναι χαλαρό, ανιαρό και χωρίς συνοχή
    η ταινία ήταν σούπα
  4. (αργκό) γλίστρημα και σώριασμα
    εκεί που περπατούσε, έφαγε μια σούπα από κάτι που πάτησε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]