βράζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βράζω < αρχαία ελληνική βράσσω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βράζω , παρατ.: έβραζα, στιγμ. μέλλ.: θα βράσω, αόρ.: έβρασα , μτχ.π.π.: βρασμένος

  1. (αμετάβατο) για υγρό του οποίου η θερμοκρασία έχει ανέλθει στο σημείο βρασμού, κοχλάζει και μεγάλο μέρος της μάζας του μετατρέπεται σε αέριο
  2. (μεταβατικό) θερμαίνω ένα υγρό ώστε να μετατραπεί σε αέριο
  3. (αμετάβατο) για φαγητό που μαγειρεύεται με βράσιμο
  4. (μεταβατικό) ετοιμάζω βραστό φαγητό ή ρόφημα
  5. για ουσίες που περνούν από διαδικασία ζύμωσης
  6. (αμετάβατο) (μεταφορικά) έχω πολύ υψηλή θερμοκρασία
  7. (αμετάβατο) (μεταφορικά) κατέχομαι από έντονα συναισθήματα θυμού, αγανάκτησης και είμαι έτοιμος να εκραγώ

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • βράζει το αίμα του: έχει μεγάλη ενεργητικότητα
  • το στήθος του βράζει: είναι πολύ κρυωμένος
  • αμάν, να σε βράσω : τα έκανες δηλαδή θάλασσα, είσαι άχρηστος (ίσως από την παλιά φράση "του τα έβρασε" και εννοούσαν τα κόλλυβα και μεταφορικά "θα σε σκοτώσω")

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]