ρόφημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρόφημα ροφήματα
γενική ροφήματος ροφημάτων
αιτιατική ρόφημα ροφήματα
κλητική ρόφημα ροφήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρόφημα < αρχαία ελληνική ῥόφημα < ῥοφῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συχνά η παρασκευή ροφημάτων πλησιάζει την τέχνη

ρόφημα ουδέτερο

  • ζεστό υγρό, π.χ. καφές, γάλα, σοκολάτα, αφέψημα κ.λπ., που σερβίρεται σε κούπα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]