βούτημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βούτημα βουτήματα
γενική βουτήματος βουτημάτων
αιτιατική βούτημα βουτήματα
κλητική βούτημα βουτήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βούτημα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βούτημα ουδέτερο

  1. γλύκισμα ή άλλο παρασκεύασμα που τρώγεται μαζί με καφέ, τσάι, κ.α. - συνήθως βουτώντας το μέσα στο φλιτζάνι (π.χ. κουλουράκι, κριτσίνι, κ.α.)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]