biscuit

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

biscuit (en)

  1. μπισκότο
  2. είδος ψωμιού με το οποίο εφοδιάζονταν τα πλοία
  3. κεραμικό χωρίς στίλβωση



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

biscuit 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

biscuit (fr)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]