μπισκότο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

μπισκότα
     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπισκότο τα μπισκότα
      γενική του μπισκότου των μπισκότων
    αιτιατική το μπισκότο τα μπισκότα
     κλητική μπισκότο μπισκότα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπισκότο < ιταλική biscotto < bis + cotto (=δύο φορές ψημένο) < λατινικά coctus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος coquo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pekʷ- (=μαγειρεύω) (συγγενές με το σανσκριτικό पचति (pácati) και το αρχαιοελληνικό πέσσω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπισκότο ουδέτερο

  1. τραγανό γλύκισμα με αλεύρι, αβγά και ζάχαρη, κομμένο σε κομματάκια και καλοψημένο σε φούρνο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]