μπισκότο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

μπισκότα
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπισκότο μπισκότα
γενική μπισκότου μπισκότων
αιτιατική μπισκότο μπισκότα
κλητική μπισκότο μπισκότα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπισκότο < ιταλική biscotto < bis + cotto (=δύο φορές ψημένο) < λατινικά coctus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος coquo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pekʷ- (=μαγειρεύω) (συγγενές με το σανσκριτικό पचति (pácati) και το αρχαιοελληνικό πέσσω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπισκότο ουδέτερο

  1. τραγανό γλύκισμα με αλεύρι, αβγά και ζάχαρη, κομμένο σε κομματάκια και καλοψημένο σε φούρνο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]