σιγοβράζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιγοβράζω < σιγά + βράζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σιγοβράζω

  1. (για φαγητό) βράζω σε χαμηλή φωτιά
  2. (μεταφορικά) διακατέχομαι από θυμό αλλά δεν ξεσπάω φανερά
  3. (μεταφορικά) για εξέλιξη που προς το παρόν δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή, δεν αποκλείεται όμως να οδηγήσει σε ένα ξέσπασμα, έκρηξη


Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]