πρωτάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωτάρης < πρωτ- + (παραγωγικό επίθημα) -άρης

Επίθετο[επεξεργασία]

πρωτάρης αρσενικό, πρωτάρα θηλυκό

είμαι πρωτάρης στο καζίνο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • η τύχη του πρωτάρη: όταν η τύχη ευνοεί κάποιον που για πρώτη φορά ασχολείται με κάτι

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]