παρθένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Παρθένος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρθένος < αρχαία ελληνική παρθένος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /paɾ.ˈθɛ.nɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παρθένος, -α, -ο

  1. που βρίσκεται στη φυσική του κατάσταση, ανέγγιχτος από τον άνθρωπο
    παρθένο δάσος
  2. που δεν έχει υποστεί νόθευση ή θερμική ή χημική επεξεργασία, επομένως διατηρεί τα αρχικά του συστατικά και την επιθυμητή ποιότητα
    αγνό παρθένο ελαιόλαδο


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρθένος παρθένοι
γενική παρθένου παρθένων
αιτιατική παρθένο παρθένους
κλητική παρθένε παρθένοι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρθένος αρσενικό ή θηλυκό

  1. άτομο που δεν έχει έλθει σε συνουσία
  2. (για γυναίκες) αυτή της οποίας δεν έχει διαρραγεί ο παρθενικός υμένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]