virgin

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Virgin

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

virgin (en)

  1. παρθένος
    virgin forest, virgin olive oil - παρθένο δάσος, παρθένο ελαιόλαδο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

virgin (en)

  1. παρθένος, παρθένα



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

virgin (ro)

  1. παρθένος