αφρόψαρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αφρόψαρο τα αφρόψαρα
      γενική του αφρόψαρου των αφρόψαρων
    αιτιατική το αφρόψαρο τα αφρόψαρα
     κλητική αφρόψαρο αφρόψαρα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφρόψαρο < αφρός + ψάρι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αφρόψαρο ουδέτερο


Μεταφράσεις[επεξεργασία]