ποταμόψαρο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ποταμόψαρο ουδέτερο
- ψάρι που ζει σε ποτάμι, σε γλυκό νερό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ποταμόψαρο
ποταμόψαρο ουδέτερο