ψαρεύομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαρεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος ψαρεύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψαρεύομαι

  1. (για ψάρι με ψαρεύουν.
    οι κολιοί ψαρεύονται τον Αύγουστο, λέει η παροιμία
  2. ((μεταφορικά)) προσπαθεί κάποιος να μου αποσπάσει πληροφορίες με το ζόρι.
    ο Νίκος συνάντησε τον Κώστα στο δρόμο και τον ψάρεψε για να μάθει

κάποια πράγματα γι' αυτόν.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]