ψαρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαρός < αρχαία ελληνική ψαρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψαρός

  1. γκρίζος
  2. που έχει γκρίζα μαλλιά ή γένια
  3. που έχει γκρίζο τρίχωμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαρός < ψάρ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψαρός, -ά, -όν

  1. όμοιος με ψαρόνι, γκρίζος, φαιός
  2. κατάστικτος, σταχτής, ψαρός με τη νεοελληνική έννοια