-ένιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο -ένιος η -ένια το -ένιο
      γενική του -ένιου της -ένιας του -ένιου
    αιτιατική τον -ένιο τη(ν) -ένια το -ένιο
     κλητική -ένιε -ένια -ένιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι -ένιοι οι -ένιες τα -ένια
      γενική των -ένιων των -ένιων των -ένιων
    αιτιατική τους -ένιους τις -ένιες τα -ένια
     κλητική -ένιοι -ένιες -ένια
Προφέρεται με συνίζηση ως παροξύτονο.
Προφέρονται ως προπαροξύτονα λογιότερα επίθετα όπως αυχένιος, ξένιος, κ.ά.
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ένιος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -ένιος < αρχαία ελληνική -έϊνος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈe.ɲos/ (με συνίζηση, σπανιότερα χωρίς[1])
τυπογραφικός συλλαβισμός: -έ‐νιος

Επίθημα[επεξεργασία]

-ένιος

  1. παραγωγικό επίθημα σχηματισμού επιθέτων που φανερώνουν ότι το προσδιοριζόμενο:
    1. είναι κατασκευασμένο από το υλικό του θέματος
      σίδερο > σιδερένιος
    2. έχει το χρώμα του υλικού του θέματος
      μέλι > μελένιος
      χρυσάφι > χρυσαφένιος
      κεχριμπάρι > κεχριμπαρένιος

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Δε χρησιμοποιείται για την παραγωγή επιθέτων από ονόματα χρωμάτων (όπως χρυσαφί, κανελί) αλλά από υλικά.

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Προφέρονται χωρίς συνίζηση λογιότερα επίθετα όπως αυχένιος (επαυχένιος, περιαυχένιος), ελλιμένιος, ξένιος, ωλένιος



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ένιος < αρχαία ελληνική -έϊνος μετουσιαστικό επίθημα, δηλωτικό ύλης, με συνίζηση για την αποφυγή της χασμωδίας[1]

Επίθημα[επεξεργασία]

-ένιος

Σύνθετα[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]