κεχριμπάρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεχριμπάρι κεχριμπάρια
γενική κεχριμπαριού κεχριμπαριών
αιτιατική κεχριμπάρι κεχριμπάρια
κλητική κεχριμπάρι κεχριμπάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεχριμπάρι < τουρκική kehribar < περσική kahrubā كهربا αυτό που έλκει τ΄ άχυρα.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεχριμπάρι ουδέτερο

  1. απολιθωμένο διαυγές ρετσίνι που χρησιμοποιείται κυρίως για την κατασκευή διακοσμητικών αντικειμένων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ήλεκτρο
  2. (μεταφορικά) ό,τι έχει το κιτρινωπό διαυγές χρώμα του κεχριμπαριού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]