σίδερο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σίδερο σίδερα
γενική σίδερου σίδερων
αιτιατική σίδερο σίδερα
κλητική σίδερο σίδερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σίδερο < σίδηρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σίδερο ουδέτερο

  1. σκληρό μέταλλο (ατομικός αριθμός 26) που χρησιμοποιείται από τη μεταλλουργία για την κατασκευή αντικειμένων με αυξημένη αντοχή και σκληρότητα
    • (συνεκδοχικά) αντικείμενο, πχ. ράβδος, από σίδηρο
      τώρα στρώνουν τα σίδερα στα θεμέλια της οικοδομής
    • κράμα μετάλλων με κύριο συστατικό τον σίδηρο όπως ο χάλυβας, η λαμαρίνα
    • (μεταφορικά) που χαρακτηρίζεται από δύναμη, αντοχή, σκληρότητα
      μπράτσα από σίδερο, κάνε την καρδιά σου σίδερο
  2. ηλεκτρική συσκευή με θερμαινόμενη επίπεδη σιδερένια επιφάνεια που χρησιμοποιείται για το σιδέρωμα των ρούχων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]