σίδερο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σίδερο τα σίδερα
      γενική του σίδερου των σίδερων
    αιτιατική το σίδερο τα σίδερα
     κλητική σίδερο σίδερα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σίδερο < μεσαιωνική ελληνική σίδερον < αρχαία ελληνική σίδηρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σίδερο ουδέτερο

  1. σκληρό μέταλλο που χρησιμοποιείται από τη μεταλλουργία για την κατασκευή αντικειμένων με αυξημένη αντοχή και σκληρότητα
    • (συνεκδοχικά) αντικείμενο, πχ. ράβδος, από σίδηρο
      τώρα στρώνουν τα σίδερα στα θεμέλια της οικοδομής
    • κράμα μετάλλων με κύριο συστατικό τον σίδηρο όπως ο χάλυβας, η λαμαρίνα
    • (μεταφορικά) που χαρακτηρίζεται από δύναμη, αντοχή, σκληρότητα
      μπράτσα από σίδερο, κάνε την καρδιά σου σίδερο
  2. συσκευή με θερμαινόμενη επίπεδη σιδερένια επιφάνεια που χρησιμοποιείται για το σιδέρωμα των ρούχων
    • (ειδικότερα) το ηλεκτρικό σίδερο σιδερώματος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]