σιδεροκέφαλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιδεροκέφαλος < από το σίδερο και το κεφάλι.
  • Αυτός που έχει κεφάλι από σίδερο, άθραυστο.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σιδεροκέφαλος

  • Λέγεται σαν ευχή. Αυτός που είναι σε πολύ καλή υγεία και σωματική κατάσταση.
Σιδεροκέφαλος!'
  • ...'

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]