πιστόλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιστόλι πιστόλια
γενική πιστολιού πιστολιών
αιτιατική πιστόλι πιστόλια
κλητική πιστόλι πιστόλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέσα 16ου αιώνα: πιστόλι (el) < παρωχημένα γαλλικά: pistole < γερμανικά: Pistole < τσεχικά: pišt'ala με αρχική σημασία: «σφυρίχτρα», λόγω σχηματικής ομοιότητας (υπερώνυμο: πυροβόλο όπλο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

🔫
το πιστόλι ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]