πιστόλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πιστόλι τα πιστόλια
      γενική του πιστολιού των πιστολιών
    αιτιατική το πιστόλι τα πιστόλια
     κλητική πιστόλι πιστόλια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιστόλι < υποκοριστικό του πιστόλα (πυροβόλου όπλου του 1800)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιστόλι ουδέτερο

  • κοντόκανο πυροβόλο όπλο μικρού μεγέθους που κρατιέται με το ένα χέρι

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Υποκοριστικά[επεξεργασία]

Μεγεθυντικά[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]