σιδερώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σιδερώνω < σίδερο + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[]

σιδερώνω

  1. πιέζω ένα ζεστό σίδερο πάνω σε πλυμένα ρούχα για να γίνει η επιφάνειά τους τελείως ίσια, να φύγουν οι τσαλάκες

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]